Tuesday, November 5, 2013

Εμείς και τα 'Ερείπια'


Πρόσφατα το 'Στέκι'– μια αυτοδιαχειριζόμενη πολιτική οργάνωση στις Σέρρες – έκανε προβολή το ντοκυμαντέρ Ruins (Ερείπια): Οροθετικές Γυναίκες και το Χρονικό μιας Διαπόμπευσης. Η φιλική ατμόσφαιρα της αίθουσας μετατράπηκε σε μια σέρτικη σιωπή, καθώς στις συνεντεύξεις των “οροθετικών” γυναικών υπεισέρχονταν πολιτικά λογύδρια μίσους, ρατσισμού και ανίδεου πανικού. Όταν η προβολή ολοκληρώθηκε, δεν άντεχα τη σιωπή – έπρεπε να πω κάτι, να ακούσω κάποιον – και ευτυχώς δεν ήμουν η μόνη.

Τα ερωτήματα όμως δεν σταμάτησαν να πολλαπλασιάζονται τις επόμενες μέρες… Ειδικά όταν διάβασα το άρθρο της Ελένης Δημητρίου περί του θέματος, όπου συμπεράνει ότι:

«Οι φορείς της εξουσίας, μάλλον φοβισμένοι υπό τον κίνδυνο απώλειάς της, επέλεξαν σημαντικό δείγμα αυτών των αντικειμένων, αυτών των σωμάτων και τελείως φασιστικά αποφάσισαν ότι είναι σχεδόν περιττά, δε ζουν μια αξιοβίωτη ζωή και δεν τρέχει τίποτα να τους στερήσουμε βασικά δικαιώματα.»1

Παρόλο που θεώρησα το άρθρο ειλικρινές και εύστοχο, το συγκεκριμένο απόσπασμα με προβλημάτισε για δύο λόγους: πρώτον, επειδή η εξουσία –ή αυτοί που ασκούν την εξουσία- εκ 'φύσεως' αποφασίζουν ποιοι είναι περιττοί και ποιοι όχι. Και κατά δεύτερο λόγο, το ερώτημα της αξιοβίωτης ζωής – τι συντελεί σε αυτήν και πως την επιτυγχάνει κανείς σε έναν τόπο όπως η Ελλάδα;

Το ερώτημα της απόφασης παραπέμπει στις ιδέες του Georgio Agamben περί Homo Sacer (sacred man): ο 'άνθρωπος-αντικείμενο' που μπορεί να σκοτωθεί από τον καθένα για οποιοδήποτε λόγο γιατί το θέλησαν έτσι οι προύχοντες. Ο άνθρωπος αυτός κατά τον Agamben –στη συγκεκριμένη περίπτωση οι γυναίκες που συλλήφθηκαν και παρουσιάστηκαν ως μετανάστριες πόρνες φορείς του ιού HIV - υπάρχει για χάρη της εξουσίας, στην οποία προσδίδει νόημα. Η λογική της ισχύος επιτάσσει αυτήν την διαχώριση σε 'άτομα περιττά' και 'οικογενειάρχες', που ουσιαστικά μηχανεύεται ένα πρόβλημα και φέρει το προσωπείο της ασφάλειας όταν το 'λύνει' ή αποκαθιστά την τάξη. Επίσης, οι αποφάσεις αυτές γίνονται στιγμιαία, όπως άλλωστε και φάνηκε από τη βιασύνη της όλης υπόθεσης έξι μέρες πριν τις εθνικές εκλογές, επειδή εκτελούνται αυθαίρετα. Ο κύριος στόχος είναι η ανάκτηση της σημασίας από τους φορείς της εξουσίας, όπως του Αντρέα Λοβέρδου. Το ενδιαφέρον όμως ξεμυτίζει όταν κάποιος δίνει διάρκεια σε αυτές τις αποφάσεις. Όταν οι αποφάσεις αυτές γίνονται θέμα συζήτησης και αναθεώρησης της συλλογικής ευθύνης. Τι κάνουν εκείνοι που βρίσκονται ανάμεσα στους 'περιττούς' και τους 'οικογενειάρχες';

Και εδώ, το θέμα της αξιοβίωτης ζωής υπερακοντίζει τις ανησυχίες μου. Ένας από τους λόγους που ευχαριστήθηκα την προβολή του ντοκυμαντέρ είναι η προσπάθεια των συντονιστών. Έδωσαν φωνή στις γυναίκες αυτές (τις είδαμε μόνο σε δαιμονισμένες φωτογραφίες) και έναν χώρο μαρτυρίας έστω μέσω της κάμερας. Όπως και τα μέλη του 'Στεκιού' μας έδωσαν έναν χώρο για 54 λεπτά ώστε να γίνουμε μάρτυρες αυτών των ιστοριών, χωρίς να ζητήσουν κάτι για αντάλλαγμα. Η συζήτηση που επισκίασε τη σιωπή έδειξε πως πολλοί άνθρωποι είναι παρών και ψάχνουν αυτήν τη ζωή άξια βίου μέσω συμπόνιας, ανταλλαγής σκέψεων και πολιτικής συνείδησης. Η καλλιέργεια αυτών των πραγμάτων δεν συντελεί στην αναχαίτιση αυτών των αυθαίρετων αποφάσεων;   


1. Ελένη Δημητρίου, http://ruins-documentary.com/blog/ερείπια-ένα-ντοκυμαντέρ-που-αφηγεί/

Friday, September 13, 2013

Conversations on a Bus (route: Athens-Thessaloniki)


I never think of myself as wise. I think of myself as possessing a critical intelligence which I intend to allow to operate.
Harold Pinter

Σε ένα πρόσφατο ταξίδι έτυχε να πιάσω  κουβέντα με μια απόφοιτο Αγγλικής Φιλολογίας του ΑΠΘ που λάτρευε (λατρεύει) τον Harold Pinter.  Οι κοινοτοπίες που ανταλλάξαμε κατέληξαν σε μια συζήτηση περί της τωρινής κατάστασης στην Ελλάδα: της τάσης των είκοσι και άνω να φεύγουν και φυσικά – τι γίνεται με αυτούς που μένουν(;) – καθώς και των λαϊκιστικών πολιτικών γραμμών που διαγράφονται με τόσο έντονο τρόπο. Η συζήτησή μας κράτησε περίπου έξι ώρες –διαδρομή Αθήνας-Θεσσαλονίκης- και ενώ διοχετεύσαμε όλο το ενδιαφέρον μας στη συνομιλία ρίχναμε που και που κλεφτές ματιές έξω απ’το παράθυρο. Περνούσαν τροχάδην τα άδεια ξενοδοχεία, οι μισοτελειωμένες οικοδομές και οι άδειοι χώροι έκθεσης αυτοκινήτων τύπου FIAT, ενώ οι σκέψεις μου μετουσιώνονταν σε προβληματισμούς. 

Ο πρώτος προβληματισμός μου παρουσιάστηκε ως εξής : γιατί μένω στην Ελλάδα τη στιγμή που όλη φεύγουν; Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν με άγγιξε το πατριωτικό συναίσθημα κυρίως γιατί γεννήθηκα σ’ένα τρένο καθώς περνούσε τα σύνορα περιοχών με χίλια μύρια ονόματα (Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παράδειγμα) σε μια εποχή που ο πατριωτισμός δεν ήταν και πολύ στη μόδα. Και ενώ άρχισα τη σχέση μου με τη βαλίτσα από τα εφτά –μέχρι στιγμής έχω ζήσει σε οχτώ χώρες και επισκεφτεί άλλες τόσες – η Ελλάδα δε φάνταζε ποτέ ως τελικός προορισμός. Παρένθεση, δε θέλω να ανατρέξω στις διάφορες εκδόσεις της Ιθάκης, προς ΘΕΟΥ, απλά να τονίσω την εκ γενετής προδιάθεση μου προς την (μετα)κίνηση. Και σ’αυτό το λεωφορείο, αναπάντεχα, η συζήτηση με την άγνωστη απόφοιτο με βοήθησε να προσδώσω νόημα στις εμπειρίες μου.

Είμαι εδώ –σε μια μικρή πόλη της Βορείου Ελλάδος – για να καταλάβω την ουσία της κρίσης και της δύναμης του συναισθηματισμού που ξεσηκώνει τα λαϊκιστικά δαιμόνια, πχ η Χρυσή Αυγή. Γενικότερα και αόριστα για την Ελλάδα δε θα μπορούσα να εκφραστώ, μιας και το ακαδημαϊκό ζιζάνιο με αναχαιτίζει από τις γενικεύσεις, αλλά οι εμπειρίες σε αυτήν την πόλη πήραν τη μορφή μιας άποψης που ίσως κάποιοι (αναγνώστες) να συμμερίζονται.

 Η ουσία της κρίσης είναι η νοοτροπία που χρωματίζει τις διαπροσωπικές μας σχέσεις: η έλλειψη σεβασμού για τον προσωπικό χώρο/χρόνο, η ένδεια αυτογνωσίας, και η επικράτηση μιας προχειρότητας έκδηλης στις σκέψεις/πράξεις μας. Μια μικρή αλλαγή όμως στις σχέσεις μας με τους άλλους – όπως για παράδειγμα ένα ‘ευχαριστώ’ παραπάνω ή κάποια ένδειξη πραγματικού ενδιαφέροντος – συμβάλλει στην μετατροπή της πραγματικότητας σε κάτι πιο οικείο. Ξεχνάμε καμιά φορά πως οι καθημερινές πράξεις διαμορφώνουν όχι μόνο το επέκεινα - όπως πολλοί κάτοικοι αυτής της πόλης πιστεύουν – αλλά κατά κύριο μέρος εμάς τους ίδιους. Όσο κλισέ και να ακούγεται, «οι πράξεις είναι που μετράνε.»


Και τι μπορεί να καταλάβει κανείς από την υποστήριξη που δείχνουν πολλοί σ’αυτήν την πόλη για τα λαϊκιστικά δαιμόνια; Πολλοί θα έλεγαν πως είναι ένδειξη ξενοφοβίας, ρατσισμού και φανατισμού – ίσως σε ένα πρώτο επίπεδο. Ο βαθύτερος λόγος όμως μιας τέτοιας ‘επιλογής’ είναι η επιθυμία για συνέχιση της προχειρότητας, αν μη τι άλλο, της προχειρότητας στη σκέψη. Δυστυχώς, αυτήν την προχειρότητα πρέπει να τη βιώσει κανείς από κοντά ώστε να την εμπεδώσει…